Εμείς και οι άλλοι (13/1/2018)


Σε κάθε εποχή η ιστορία ερμηνεύεται κατά κανόνα από τις ισχυρές συσπειρώσεις της εξουσίας και των δογμάτων που επικρατούν. Εξουσίες οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές. Οι λαοί πορεύονται σύμφωνα με τις ερμηνείες αυτές. Ένα από τα προβλήματα της πολιτικής ήταν πάντα το πώς τα πλήθη, είτε σαν λαός είτε σαν μάζες, θα πειστούν και θα ακολουθήσουν τις ερμηνείες της εξουσίας, όποιο χαρακτήρα και αν αυτή έχει. Σήμερα τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας έχουν κάνει πολύ εύκολη αυτή την ανάγκη. Καταρχάς η επικοινωνία των σύγχρονων μέσων έχει τελεστικό χαρακτήρα. Εμείς αποφασίζουμε, εσείς εκτελείτε. Επειδή όμως ο διάλογος είναι φυσική ανθρώπινη έκφραση και λειτουργία, έχει αφεθεί ένας τεράστιος χώρος μακράν όμως από τις αποφάσεις, ώστε ο λαός ή οι μάζες να μπορούν να διαλέγονται δημιουργώντας έτσι την ψευδαίσθηση ότι και αυτές συμμετέχουν στα δρώμενα. Τα λεγόμενα κοινωνικά δίκτυα.

Όσο κι αν επιχειρείται από όλες τις πλευρές η πλαστογράφηση της ιστορίας με νέα αφήγηση ή γραφή προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα κάθε είδους συμφέροντα του παρόντος, η ιστορία παραμένει γραμμένη πάνω στους λαούς, κάθε παραχάραξη τελικά θα αποδειχθεί αναποτελεσματική. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι χαμένοι και οι κερδισμένοι θα πρέπει να αφήσουν το παρελθόν πίσω τους και να κοιτάξουν σε πρώτη ματιά χωρίς προκαταλήψεις το μέλλον. Τις περισσότερες φορές την νίκη φέρνει η αστοχία, το λάθος, η απειρία του χαμένου και όχι η ικανότητα του νικητή. Οι σημερινοί Έλληνες, σαν ολότητα, στη δράση, στη συμπεριφορά και στη νοοτροπία, αν αγνοήσουμε το DNA και τις σχετικές σαχλαμάρες, είναι ζωντανά δημιουργήματα και η απόλυτη πραγμάτωση της ιστορίας τους αποτυπωμένη στα ελαττώματα και τα μειονεκτήματά τους, αφού τα προτερήματα έτσι ή αλλιώς κερδίζονται και στερεώνονται όχι με μαζικούς αγώνες αλλά με προσωπικούς. Οι κοινοί στόχοι, αν υπάρχουν, πολλών προσωπικών αγώνων δημιουργούν τον συλλογικό χαρακτήρα και όχι η μιμητική τέλεση πράξεων.

Οι Νεοέλληνες ποτέ δεν παρήγαγαν αυτόχθονη πολιτική σκέψη, αν εξετάσουμε την πρόσφατη ιστορία τουλάχιστον, εξαιρώντας βέβαια το φωτεινό 1821 παρόλα τα πολλά σκοτεινά σημεία του. Αυτό δείχνει ότι σε κάθε εποχή μπορεί να ερμηνεύεται το ιστορικό παρελθόν κατά το πώς συμφέρει τη συσπείρωση της εξουσίας και των δογμάτων που επικρατούν. Τα ελαττώματα όμως και οι ανεπάρκειες παραμένουν απαραχάρακτες, ανερμήνευτες και αδιόρθωτες.
Ακολουθώντας τα ξένα δόγματα όλες οι πολιτικές δυνάμεις, χωρίς καμιά εξαίρεση, οι νεοέλληνες έπαψαν να είναι αριστοκράτες, όχι βεβαίως με τον δυτικό χαρακτήρα της καταγωγής αλλά στην ουσία, στο πνεύμα, στο ήθος και στον πολιτισμό. Μεταστοιχειώθηκαν σε μικρούς ή μεγάλους μεταπράτες υλικών ενεργειακών και πληροφοριακών αγαθών. Προμηθεύονται το εμπόρευμα στην παγκόσμια αγορά αδιαφορώντας για την ποιότητα ή την χρησιμότητα, ακόμα και για τη δυνατότητα εφαρμογής και αφομοίωσης που έχει ο λαός μας, ο οποίος παίζει το ρόλο του απολίτιστου ιθαγενούς που είναι έτοιμος να καταναλώσει άκριτα οτιδήποτε ξένο.
Η πολιτική παραδομένη στα οικονομικά συμφέροντα στοχεύει μόνον στην τελεστική εξουσία και όχι στο κράτος δικαίου. Κατά παράβαση του θεσμικού διαχωρισμού των εξουσιών, διορίζονται οι βουλευτές, τα μέλη δηλαδή του νομοθετικού σώματος, σαν υπουργοί. Δηλαδή, ενεργούν μέσα στο εκτελεστικό σώμα. Αυτό γιατί η νομοθέτηση δεν μπορεί να αποφέρει παράνομα έσοδα όπως μπορεί να έχει αν είναι κάποιος μέλος της κυβέρνησης. Έτσι νοθεύεται η βούληση του λαού και το πλουτοκρατικό κατεστημένο μπορεί να αμείβει αυτούς που προς χάριν του νομοθέτησαν.
Όσο υπήρχε το σοβιετικό πρότυπο παρ’ όλες τις αμαρτίες του τα πράγματα ήσαν απλά για τις αριστερές ηγεσίες. Η κατάρρευσή του, η νέα διαμόρφωση του παγκόσμιου χώρου και η νέα τεχνολογία κάνουν τις αριστερές ηγεσίες ακόμα πιο αδύνατες από όσο ήσαν ώστε να διαμορφώσουν πολιτική κατάλληλη για τους λαούς τους.
Υπάρχει η λανθασμένη ή ψευδής ιστορική ερμηνεία ότι οι απολυταρχίες του 20ου αιώνα δημιουργήθηκαν από τον φόβο του επερχόμενου κομμουνισμού. Σήμερα όμως, διερωτάται κανείς, εξαιτίας ποιου φόβου η δεξιά σιγά αλλά σταθερά ανέρχεται όχι μόνον στην Ευρώπη αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Η κατεστημένη κυριαρχία δημιούργησε έναν νέο εχθρό. Είναι ο μετανάστης, ο έγχρωμος, ο αλλόθρησκος. Αυτό συμβαίνει γιατί αυτή η εξουσία έχει και είχε πάντα ανάγκη από έναν εχθρό, έναν εχθρό που να τροφοδοτεί με φόβο τους λαούς και συγχρόνως να αιτιολογεί την βιαιότητα και την αδικία της διακυβέρνησή της.

Δεν μπορεί να υπάρξει μια συνταγή και ένα φάρμακο για όλους, ούτε υπάρχει εμβόλιο ευμάρειας. Ο κάθε λαός μπορεί και πρέπει να βρει το δρόμο που του ταιριάζει. Η συναδέλφωση, η ισονομία των δικαιωμάτων και η ελευθερία της κίνησης και της έκφρασης μπορούν να δημιουργήσουν την κοινή πορεία των λαών προς ένα κόσμο ειρήνης και ευημερίας.
Τα υπολείμματα της παλιάς αριστεράς και η υπό διαμόρφωση νέα πέφτουν ακόμα μία φορά στην παγίδα που στηρίζει ένα εξουσιαστικό και κυρίαρχο σύστημα του ωφελιμισμού των ολίγων και του κέρδους. Ο ναζί-φασισμός του περασμένου αιώνα ανάγκασε τις προοδευτικές δυνάμεις να πάρουν έναν χαρακτήρα κυρίως αντιφασιστικό πράγμα που διαρκεί μέχρι σήμερα. Με αυτόν τον τρόπο ο καπιταλισμός ή καλύτερα η μηχανιστική κυριαρχία πέτυχε στην εποχή της άνδρωσης της μαζικής παραγωγής, που οφειλόταν, βέβαια, στις νέες τεχνικές εφαρμογές, να αποτρέψει την εμφάνιση ενός άλλου προτύπου διαχείρισης εκτός του δικού του και στα τρία επίπεδα που τον ενδιαφέρουν, πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό. Έτσι, το σοβιετικό μοντέλο κυριάρχησε σαν απάντηση στον καπιταλισμό. Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα, με τι νέες τεχνολογίες και τα νέα προβλήματα που εμφανίστηκαν. Η αριστερά πρέπει σήμερα να θυσιαστεί, βγάζοντας τη χώρα από την κρίση. Πολλά έχουν ειπωθεί για κάποιο αιωρούμενο «ηθικό πλεονέκτημα» της αριστεράς. Ουδέποτε υπήρξε τέτοιο πλεονέκτημα για την Αριστερά. Ούτε με την ενιαία, ούτε με την διασπασμένη μορφή της. Ηρωικά πρόσωπα υπήρξαν πολλά στην ιστορία της, κομματικό πλεονέκτημα κανένα. Ο λόγος είναι το γεγονός ότι δεν άσκησε ποτέ τη φθοροποιό εξουσία σε περίοδο ειρήνης. Το ζήτημα είναι όχι αν είχε πλεονέκτημα αλλά αν υποτεθεί ότι είχε, το αν το διατήρησε μετά την εξουσία. Είναι προφανές ότι η προοπτική νέων δρόμων αφορά στην ικανότητα των αριστερών ηγεσιών, τόσο για τον σχεδιασμό τους όσο και για την εφαρμογή τους. Είναι γνωστό ότι η αριστερά διαθέτει πλήθος διανοούμενων, τόσο στις θεωρητικές όσο και στις εφαρμοσμένες επιστήμες. Παρέμεινε πάντα αυτό το πλήθος, ανενεργό σε σχέση με τις εξελίξεις, συντασσόμενο με τις κομματικές ηγεσίες. Ο σχεδιασμός έπρεπε να ακολουθεί πάντα το καθαγιασμένο κομματικό πρότυπο της σοβιετικής γραφειοκρατεία. Οι Νεοέλληνες έχουμε πάντα, δεξιοί και αριστεροί, το «στίγμα» του μεταπρατισμού. Ένα άλλο στίγμα καθοριστικό είναι το στίγμα της διχόνοιας.
Μέχρι σήμερα διατηρείται το σχίσμα που προκλήθηκε το ’68 με την εισβολή των Σοβιετικών στην Πράγα. Εισβολή που καταδικάστηκε απ’ όλους. Ακόμη, σήμερα, αυτή η διαφωνία υπάρχει μορφοποιημένη σε δύο κόμματα ή καλύτερα σε τρία.
Θα έπρεπε, πενήντα χρόνια μετά, να υπάρχει ένας υποτυπώδης, τουλάχιστον, διάλογος. Πώς θα πιστέψει ο πολίτης ότι οι όποιες «διαφορές» δεν είναι άλλοθι των εραστών της κομματικής εξουσίας και των περιοίκων της;
Δεν θα έπρεπε, ίσως, μια ευρεία ομάδα διανοουμένων να επεξεργάζεται τα επόμενα της κρίσης χρόνια και τα μελλούμενα, όχι μόνον με τα παρελθόντα και άκαμπτα πρότυπα, αλλά και με τις αποκτημένες εμπειρίες του αγωνιζόμενου λαού. Η ευκαιρία αυτή είναι μοναδική και δεν πρέπει να λησμονιέται ότι το μέρος της αριστεράς που κατέκτησε την εξουσία, υπό κηδεμονία, βέβαια, το πέτυχε χάριν της κρίσης και μόνον.

Ο άνθρωπος είτε το θέλει είτε όχι, είναι δισυπόστατος. Αυτόνομο άτομο αλλά και εξαρτημένο σαν μέλος ενός συνόλου. Δηλαδή, ενώ αναγνωρίζει την ύπαρξή του σαν «εγώ», ανήκει συγχρόνως στο «εμείς». Αν συγκρουστούν μέσα του αυτές οι δύο ιδιότητες σίγουρα θα νικήσει, παροδικά, βέβαια, το άτομο. Γιατί αυτό ταυτίζεται με το «εγώ» και την εικόνα του. Έτσι μια και κανείς δε θέλει να καταργήσει το «εγώ» του είναι φυσικό όλα όσα το στηρίζουν και το ενισχύουν, πλούτος, αναγνώριση, ανταγωνιστική επικράτηση και μύρια άλλα, να συστηματοποιούνται και να γίνονται ανίκητα. Κανείς δεν επιθυμεί την αυτοκατάργησή του.

Στην πραγματικότητα το δίπολο εγώ – εμείς αδυνατώντας να ισοσθενίσει την αντίφασή του και προκειμένου να αποφύγει την κατάρρευσή του αλλάζει την δομή του ενώ διατηρεί τη λειτουργία του. Κλασσικό παράδειγμα το ιταλικό ΚΚ. Με αυτό το τέχνασμα καταλήγει το «εμείς» να γίνει υποχείριο του «εγώ». Προκειμένου να διατηρηθεί κάποια ισορροπία σε αυτή την αφυσικότητα μύριες συμβάσεις ακολουθούν. Είναι γνωστό όμως ότι δεν κάνει το ράσο τον παπά, δεν αρκεί η ένταξη στο κόμμα ή η δήλωση μιας αριστερής ταυτότητας. Διαφορετικά, μόνον ότι είναι σύμφωνο με την εικόνα που έχει το «κόμμα – εγώ» για την «πολιτική εαυτότητά του» γίνεται αποδεκτό. Έτσι και η όποια «αριστερά» καταντάει όμοια με την όποια «δεξιά».