Η Μούντζα. (6/5/2017)


Παρόλο που έκανε λάθη σχεδόν βλακώδη, τον κόσμο και τη ζωή εγνώριζε καλά.
Σχεδόν όλοι, ακόμη και οι αντίπαλοί του, αναγνώριζαν τις ικανότητές του και τον θεωρούσαν καλό πολιτικό και θετικό στοιχείο. Κανείς όμως δεν γνώριζε, ούτε και πρόκειται να μάθει ποτέ, ότι το πρώτο και ίσως μεγαλύτερο μάθημα για τη ζωή και την πολιτική το πήρε σε πολύ μικρή και τρυφερή ηλικία.
Όπως συμβαίνει με όλα τα παιδιά, οι αισθήσεις, οι αντιλήψεις και οι εντυπώσεις που εγγράφονται στις μικρές ηλικίες στη μνήμη τους, καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξή τους γιατί στερεώνονται μόνιμα από την έλλειψη άλλων εμπειριών. Αργότερα και με μεγάλη καλλιέργεια, κόπο και προσπάθεια γίνεται δυνατόν κάποιες απ’ αυτές να πάρουν άλλα, ευρύτερα σχήματα αλλά δυστυχώς όχι να ξεχαστούν.

Ο μικρός Λάκης, Ελευθέριος Ταδεκλής στην πολιτική, άρχισε να καταλαβαίνει ότι τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται ότι είναι. Όταν ήταν περίπου δέκα ετών, σε ώρες ανύποπτες, επισκεπτόταν το σαλόνι του πατρικού σπιτιού, όπου η μάνα του μέσα σε ένα τεράστιο έπιπλο είχε ένα ντουλάπι κλειδωμένο που περιείχε διάφορα καλούδια, ανάλογα την εποχή, για το τρατάρισμα των επισκεπτών. Το κέρασμα αυτό ήταν μέρος του τελετουργικού που για τα μικροαστικά νοικοκυριά εκτελούνταν σε κάθε επίσκεψη. Συνοδεύονταν πάντα με νεράκι, το καλοκαίρι κρύο. Στα λεγόμενα καλά σερβίτσια και όχι στα καθημερινά. Κρυστάλλινα ποτήρια νερού, του κονιάκ ή του λικέρ, ή σε ψηλά, για τα σερμπέτια, πιατάκια κρυστάλλινα και πάντα κακόγουστα, καράφες κρυστάλλινες για το ποτό, σπεσιαλιτέ της οικοδέσποινας ή για το ουίσκι, σπάνιο κέρασμα για την εποχή, μπολ διαφόρων μεγεθών και ίδιας αισθητικής με τα πιατάκια, δοχεία κρυστάλλινα για τους ξηρούς καρπούς, τα σοκολατάκια ή τα φοντάν. Κρυστάλλινες πιατέλες για τα εποχιακά μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες και τις άλλες λιχουδιές που έφτιαχναν κατά κανόνα οι νοικοκυρές. Τα έτοιμα κεράσματα πρόδιδαν προχειρότητα και έλλειψη νοικοκυροσύνης.

Ο μικρός Λάκης είχε βρει τρόπο να ξεπεράσει το εμπόδιο του κλειδώματος του ντουλαπιού που περιείχε το θησαυρό. Όπως είναι γνωστό, την περιέργεια και την λαιμαργία των παιδιών και των γυναικών, καμία κλειδαριά δεν μπορεί να εμποδίσει. Έβγαζε το από πάνω συρτάρι, το οποίο ήταν ξεκλείδωτο, γιατί περιείχε μη επιθυμητά για παιδιά αντικείμενα, όπως λευκά ή έγχρωμα τραπεζομάντιλα, πετσέτες, σουπλά, σουβέρ, τασάκια κλπ, όλα προς επίδειξη και τιμή προς τους επισκέπτες. Στο κενό που εμφανιζόταν έβαζε το χέρι του μέχρι τον αγκώνα και με την άκρη των δακτύλων του έψαχνε και ψάρευε ό,τι επιθυμούσε. Ήταν και μια πολύ καλή άσκηση για την αφή του. Μπορούσε να ξεχωρίσει τα πάντα. Το εμπόδιο παρέμενε για τα ποτά. Μέχρι που το έλυσε και αυτό, φέρνοντας την καράφα με προσοχή στο κενό και αδειάζοντας λίγο-λίγο σε ένα ποτήρι που κρατούσε απέξω. Δυστυχώς, βέβαια, η μέθοδος αυτή, ήταν αποτελεσματική μόνον για καράφες γεμάτες. Γιατί τις άλλες, δεν ήταν δυνατόν να τις φέρει σε γωνία ούτως ώστε να γεμίσουν το ποτηράκι που κρατούσε στο άλλο χεράκι του.


Μια μέρα, που βρισκόταν στο σκοτεινό σαλόνι του πατρικού σπιτιού, στην ουσία αγωνιούσε να δοκιμάσει τα αμυγδαλωτά που έφτιαξε η μάνα του το περασμένο απόγευμα, και αφού έφαγε δυο-τρία γρήγορα-γρήγορα, έβαλε και άλλα τόσα σε μια χαρτοπετσέτα που είχε φέρει μαζί του για τον σκοπό του να μην τον προδώσει η ζάχαρη άχνη με την οποία ήταν πασπαλισμένα. Στην έξοδο πάντα των επιδρομών με προσοχή μισάνοιγε την πόρτα της τραπεζαρίας για να εποπτεύσει την ασφαλή έξοδό του. Μισάνοιξε λοιπόν την πόρτα, έτσι ώστε να μην τον δει κανείς, και από το ελάχιστο άνοιγμα είδε ότι κάποιος κινούνταν, ήταν ο δεύτερος άντρας της θείας του. Τον είδε να μουτζώνει και με τα δύο χέρια του τη μεγάλη φωτογραφία του παππού που καμάρωνε κρεμασμένος στο μεγάλο τοίχο της τραπεζαρίας, ανάμεσα στα δυο παράθυρα.

Πάντα σε κάθε οικογενειακή συγκέντρωση, με όποια κατάλληλη ή όχι ευκαιρία, αυτός ο μπάρμπας, που είναι αλήθεια ότι δεν τον χώνευε καθόλου, εκθείαζε την καλοσύνη, την εξυπνάδα , τα ταλέντα και γενικά την προσωπικότητα του παππού. Έβαλε το θείο του σε παρατήρηση και έλεγχο. Έψαξε για τη μούντζα, αν είχε κάποια ιδιαίτερη σημασία, και ανακάλυψε από βιβλία, εγκυκλοπαίδειες, από τα παιδιά από το διπλανό γκαράζ και από τη γύφτισσα που σύχναζε στη μικρή πλατεία της γειτονιάς λέγοντας τη μοίρα, ότι ήταν χειρονομία των μάγων της Χαλδαίας και της Βαβυλώνας, βρισιά για τους νεότερους, κατάρα θανάτου που ευχόταν τη διάλυση των πέντε στοιχείων του ανθρώπου. Μετά από αυτή την έρευνα, η απορία του ήταν μεγάλη, αφού, όπως ήξερε ο ίδιος και όλοι στην οικογένεια, ο παππούς ήταν ο ευεργέτης του. Σε αυτόν άφησε τη διεύθυνση του εργοστασίου και όλη τη διαχείριση της μεγάλη περιουσίας του πριν πεθάνει. Το έκανε γραφτά και προφορικά. Και αυτός ήταν ο κύριος λόγος που όλοι, εκτός από τη σύζυγό του, τη θεία Όλγα, αντιπαθούσαν το θείο Επαμεινώνδα.


Τα παιδιά είναι μια ειδική και περίεργη κατηγορία ανθρώπων. Το κάθε ένα, ανάλογα με τη φυσική ευφυία του, καταγράφει τα πάντα από όσα συμβαίνουν γύρω τους. Το σπίτι, η γειτονιά, οι γνωστοί και οι φίλοι και το σχολείο, γίνονται η βάση των εμπειριών τους. Γνωρίζουν τα πάντα, θετικά και αρνητικά. Η αξιολόγηση γίνεται πάντα σε σχέση με τους τρόπους των μεγάλων. Γνωρίζουν πολύ καλά το ψέμα, τον εκβιασμό, την εκμετάλλευση, την εκδίκηση, πολύ πριν μάθουν ανάγνωση. Γνωρίζουν όμως και τα θετικά. Εκτιμούν ιδιαίτερα την δικαιοσύνη παρόλον ότι μαθαίνουν από την εμπειρία τους ότι η δύναμη και η εξουσία αφήνει χώρο στην αδικία. Το περίεργο με τα παιδιά είναι ότι ενώ γνωρίζουν πολύ καλά όλα αυτά μεγαλώνοντας μεγεθύνονται όλα τα αρνητικά ενώ εξαφανίζονται σιγά-σιγά τα συναισθήματα που έχουν θετικό χαρακτήρα και οι καλές συνήθειες. Υπάρχουν νήπια ή μικρά παιδιά που μοιράζονται εύκολα τα παιχνίδια τους ή το γλυκό τους, τα περισσότερα όμως τσακώνονται κυρίως για την ιδιοκτησία και την χρήση. Είναι φανερό ότι το παιχνίδι κρίνεται και οι τρόποι επιλέγονται από πολύ νωρίς.